Κέντρο Ελληνικού πολιτισμού για 3.500 χρόνια. Μια συνέχεια της Ελληνίδας γης στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Ο Νομπελίστας ποιητής μας και μεγάλος ιδεαλιστής Γ. Σεφέρης, όταν έφτασε στην Κύπρο, βρήκε μια νέα πατρίδα μετά τη Σμύρνη και έλεγε πως από εδώ νιώθει κανείς την Ελλάδα ευρύχωρη και πλατιά. Η επαφή του Σεφέρη με τον κόσμο της Κύπρου ήταν, σύμφωνα με την ομολογία του ίδιου, «η αποκάλυψη ενός θαύματος». Αυτό το θαύμα γέμισε την ψυχή του ποιητή, ώστε να γράψει «αυτός ο κόσμος είναι ελληνικός, είναι ο κόσμος του Ομήρου».

Εάν είναι να δοθεί μια εξήγηση πως συντελέστηκε τούτο το θαύμα, αρκεί να ακουστεί η φωνή του Π. Κανελλόπουλου: «Πολέμησαν.  Γι’ αυτό που 3.500 χρόνια δε νικήθηκε από κανένα θάνατο, από κανένα  νόμο, από καμία οργή της Ιστορίας», το «Ελληνικόν», όπως το αποκαλεί ο Ηρόδοτος». Για αυτό ακριβώς το «Ελληνικόν» αγωνίστηκαν οι Έλληνες της Κύπρου το 1955.

Ο αγώνας τους για Ένωση κατέληξε σε ανεξαρτησία. Μια ανεξαρτησία όμως ημιτελή και διάτρητη, βάσεις Βρετανών, επεμβατικά δικαιώματα (πολλές, χωριστές μεταξύ των δύο κοινοτήτων, πρόνοιες του Συντάγματος.)

Το βασισμένο στον δικοινοτισμό Σύνταγμα λειτούργησε διχαστικά, καθώς εμφάνιζε σε όλες τις περιπτώσεις δύο χωριστούς φορείς εξουσίας. Για αυτό το Σύνταγμα ο Γ. Κληρίδης έλεγε: «Ήταν ιδιόρρυθμο, η θεμελιώδης έννοια του για πολιτικό, διοικητικό και συνταγματικό διαχωρισμό ήταν λανθασμένη, η μέσω αυτού αξίωση σε πολιτικό status και δύναμη δύο άνισων σε πληθυσμό κοινοτήτων ήταν απραγματοποίητη και άδικη, το αναλλοίωτο των βασικών άρθρων του οδηγούσε στην καθήλωση κάθε συνταγματικής εξέλιξης και το δικαίωμα ξένων δυνάμεων να επεμβαίνουν και να απαγορεύουν συνταγματικές μεταβολές συνιστούσε ωμή παραβίαση της κυριαρχίας της Δημοκρατίας». Ο αναλυτής μπορούσε, επίσης, να προβλέψει ότι ορισμένες από τις συνταγματικές πρόνοιες θα δημιουργούσαν πολιτικά και διοικητικά προβλήματα.

Είχαμε θεσμική λύση αντιδημοκρατική, αποτέλεσμα των συγκυριών της εποχής. Για αυτή τη λύση γράφει ο Νίκος Κρανιδιώτης, στενότατος συνεργάτης του Μακάριου, ο οποίος έζησε από κοντά όλες τις φάσεις του Κυπριακού: «Αλήθεια, πώς υπέστημεν αυτή τη μετατόπιση από την Ένωση στην Αυτοδιάθεση, από την Αυτοδιάθεση στην Αυτοκυβέρνηση, από την Αυτοκυβέρνηση στην Ανεξαρτησία και από την Ανεξαρτησία στη Δεσμευμένη Ανεξαρτησία»;

Στη σελίδα του 385 του βιβλίου του «Δύσκολα Χρόνια», προβληματισμένος για το περιεχόμενο της λύσης αναφέρει τα εξής: «Λίγο πριν φύγουμε από το Λονδίνο για την Κύπρο, ο Μακάριος μού ανέθεσε να γράψω τον λόγο που θα εκφωνούσε με την άφιξή του στη Λευκωσία. Απαίτησε να δώσω διθυραμβικό χαρακτήρα στην ομιλία». Μου είπε: «Να γράψεις έναν λόγο που να δίνει την αίσθηση της Νίκης». «Μακαριώτατε, είναι μια κάποια λύση αυτό που πετύχαμε, βέβαια, αλλά δεν είναι και η νίκη του Μαραθώνα. Δε νομίζω ότι πρέπει να πούμε το «Νενικήκαμεν» των Αρχαίων», του απάντησα. «Μάλιστα, να το πούμε», μου είπε σε ύφος που μαρτυρούσε αποφασιστικότητα «Να το πούμε».

Η εγκατάλειψη της Ένωσης, η ύπαρξη των τουρκικών στρατευμάτων, η δεσμευμένη ανεξαρτησία, η δυαδική Προεδρία, οι χωριστές Βουλές, οι Βρετανικές βάσεις δημιούργησαν προβλήματα στη λειτουργία του κράτους.

Οι δυσμενείς συνέπειες εκδηλώθηκαν σύντομα και οδήγησαν στην τουρκική ανταρσία του 1963, το προδοτικό πραξικόπημα και κατέληξαν στην τουρκική εισβολή το 1974.

Οι Έλληνες της Κύπρου, επειδή ήξεραν το τι συνέβηκε με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου, το 2004 είπαν ένα βροντερό «Όχι» στο σχέδιο Ανάν. Ταυτόχρονα, όμως, είπαν και ένα ηχηρό «Ναι» για μια λύση δημοκρατική, βιώσιμη, λειτουργική, που να στηρίζεται στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, χωρίς στρατεύματα κατοχής και εγγυήσεις.

Αντιθέτως, η Τουρκία εξακολουθεί έως και σήμερα να συντηρεί την παράνομη κατοχή και δεν χάνει καμία ευκαιρία να επιδεικνύει διεθνώς το ιμπεριαλιστικό και ισλαμοφασιστικό της πρόσωπο, με τελευταία προσπάθεια την υποδαύλιση των εχθροπραξιών στο Αρτσάχ και την ενεργή εμπλοκή της στη εξελισσόμενη σύγκρουση Αρμενίας – Αζερμπαϊτζάν.

 Είναι συνεπώς προφανές ότι η ιστορία σήμερα μας θέτει για άλλη μια φορά προ των ευθυνών μας: Δεν πρόκειται να ανεχθούμε την πολιτική επεκτατισμού της «γαλάζιας πατρίδας», την τουρκοποίηση της Κύπρου, την τρίτη εισβολή που εκδηλώνεται με τις αδηφάγες επιθέσεις στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (Α.Ο.Ζ.) της Κυπριακής Δημοκρατίας  και την εν τέλει φινλανδοποίηση του Κυπριακού προβλήματος υπό το ένδυμα της «εφικτής» ή ούτω καλούμενης «όποιας λύσης».

Είναι χρέος μας να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να υπακούσουμε και να συνταχθούμε με τα απαράγραπτα ιδανικά της ελευθερίας, της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας μας ως  Έλληνες της Κύπρου και να αντισταθούμε με όλες μας τις δυνάμεις έως την τελική δικαίωση της απελευθέρωσης της Πατρίδας μας.

Σήμερα, απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε πρέπει να ενώσουμε δυνάμεις και να αγωνιστούμε για να μη διαλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία. Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία είναι η μόνη δυναμική εγγύηση για ένα μέλλον προόδου, ενότητας και συμφιλίωσης. Είναι η ασπίδα και το δόρυ μας!!!

Για μας είναι ενιαίος ο στρατηγικός χώρος του Ελληνισμού. Γι’ αυτό πρέπει να σταλεί παντού το μήνυμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον και προοπτική για τον Ελληνισμό, αν δεν κατοχυρωθεί το μέλλον και η προοπτική της Κύπρου.

Και ας μην ξεχνάμε.

Χρωστάμε.

Σε όσους ήλθαν, πέρασαν, θα ‘ρθούνε, θα περάσουν.

Κριτές θα μας δικάσουν,

Οι αγέννητοι, οι νεκροί.

    Ο Πρόεδρος  

    Όμηρος Παπασάββας    

   Ο Γενικός Γραμματέας      

Αλέξιος  Χ. Κωνσταντίνου