«Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» είναι το όνομα που προβλέπεται στη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ για επίλυση του ζητήματος του ονόματος του κράτους των Σκοπίων. Σύμφωνα με την ελλαδική κυβέρνηση, η ονομασία αυτή ανταποκρίνεται στην «εθνική γραμμή» για σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και προβλέπεται για χρήση erga omnes, δηλαδή έναντι όλων. Η συμφωνία προβλέπει ακόμη συνταγματική αναθεώρηση στο κράτος των Σκοπίων που θα απαλείψει από το Σύνταγμά της στοιχεία που θεωρούνται αλυτρωτικά.  

Σύμφωνα με την κυβέρνηση Τσίπρα, με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και τη συμφωνία με την ΠΓΔΜ, η Ελλάδα «παίρνει πίσω την ιστορία της», την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας, την οποία είχαν καπηλευθεί παλαιότερες κυβερνήσεις των Σκοπίων (sic).

Επίσης, η ελλαδική κυβέρνηση, σύμφωνα με το διάγγελμα του πρωθυπουργού, καταφέρνει να «επιλύσει» ένα πρόβλημα που ταλάνιζε την ελληνική διπλωματία (αλλά και την ελληνική κοινωνία) για πάνω από εικοσιπέντε χρόνια. Παράλληλα προωθεί τη «σταθερότητα και συνεργασία» σε μία εξαιρετικά κρίσιμη περίοδο για την περιοχή, αναδεικνύοντας τον ρόλο της ως ευρωπαϊκό πυλώνα ειρήνης, ασφάλειας και ανάπτυξης στα Βαλκάνια. Ενδεχόμενη παραπομπή της λύσης σε μελλοντική συγκυρία: α) θα οδηγούσε σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Ελλάδος, β) θα ενίσχυε τον ρόλο τρίτων δυνάμεων στα βόρεια σύνορα της χώρας και γ) θα αποδυνάμωνε τις προοδευτικές δυνάμεις στην εν λόγω χώρα, που επιθυμούν λύση, ανοίγοντας το δρόμο εκ νέου για εθνικιστικές δυνάμεις των Σκοπίων που καπηλεύονται την ιστορία της Ελλάδας.   

Όλα αυτά είναι τα διακεκηρυγμένα επιχειρήματα της ελλαδικής κυβέρνησης για την δήθεν επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Τονίζει μάλιστα εμφαντικώς ότι «η συμφωνία που πέτυχε η κυβέρνηση ωστόσο, δε λύνει μόνο οριστικά και αμετάκλητα το πρόβλημα της ονομασίας, διασφαλίζοντας διπλωματικό κεφάλαιο για άλλα μείζονα εκκρεμή ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά το λύνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, υπηρετώντας στο έπακρο την εθνική γραμμή και διασφαλίζοντας ρητά και επίσημα πλέον τις θέσεις της χώρας».

Βεβαίως τα πιο σημαντικά δεν είναι αυτά που λέει η ελλαδική κυβέρνηση, αλλά αυτά που δεν λέει ή ακόμη αυτά που δεν μπορεί να καταλάβει. Η συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ στην ουσία της επικυρώνει το ιδεολόγημα που δημιούργησε και συντήρησε το Μακεδονικό Ζήτημα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο στηρίζεται στην «διαμελισμένη πατρίδα των Μακεδόνων». Η σύνθετη ονομασία, αποδέχεται εκ των πραγμάτων τη μετατροπή της σλαβομακεδονικής ταυτότητας σε μακεδονική. Από τη στιγμή που η ελληνική πλευρά έχει ακυρώσει τα ισχυρά της επιχειρήματα επί των οποίων στήριξε τις θέσεις της μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας έχει στρατηγικώς διολισθήσει σε θέσεις που σε βάθος χρόνου ικανοποιούν τα Σκόπια.

Είναι κωμικοτραγικό να μιλούμε για απάλειψη των αλυτρωτικών αναφορών στο σύνταγμα των Σκοπίων αλλά ταυτοχρόνως να αποδεχόμεθα τη βάση του αλυτρωτισμού των Σκοπίων, που είναι το όνομα της εθνότητας (Μακεδονία) και της γλώσσας (Μακεδονική).

Επιπλέον υπάρχει μία άλλη διπλωματική παγίδα για την οποία οφείλει η ελλαδική κυβέρνηση να δώσει εξηγήσεις.  Σύμφωνα με τα όσα είπε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στο επισπευσμένο διάγγελμά του, η ελληνική κυβέρνηση έχει συμφωνήσει να στείλει επιστολή προς την ΕΕ και το ΝΑΤΟ στην οποία θα αναφέρει ρητώς ότι ενθαρρύνει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της «Βόρειας Μακεδονίας» με την ΕΕ και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ. Υπό την προϋπόθεση ότι θα πραγματοποιηθεί η συνταγματική αναθεώρηση στην γειτονική χώρα.
Επιπλέον, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 11 Ιουλίου θα δοθεί και πρόσκληση ένταξης στην «Βόρεια Μακεδονία».

Είναι εξόφθαλμο ότι τα δύο αυτά σημεία της συμφωνίας αποτελούν το πλέον προβληματικό στοιχείο της και την παγίδα στην οποία έπεσε η ελληνική διπλωματία. Και αυτό για δύο λόγους.  Πρώτος, από την μια διαμορφώνουν ένα τετελεσμένο προτού συντελεστούν οι διαδικασίες ολοκλήρωσης της. Με άλλα λόγια, Ελλάς συμφωνεί στην πρόσκληση των Σκοπίων για ένταξη στους δύο οργανισμούς, με όλες τις εκκρεμότητες ανοιχτές. Οι διαδικασίες όμως θα δρομολογηθούν, όπως είναι εξόφθαλμο, και η διακοπή ή η αναστροφή τους θα είναι αδύνατες, σε περίπτωση που τα Σκόπια δεν υλοποιήσουν τα υπεσχημένα.

Δεύτερος, από την άλλη αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται η διεθνής πίεση προς τις δύο πλευρές αλλά και η σκοπιμότητα της πίεσης και σε πιο ειδικά σε ότι αφορά την Ελλάδα. Η ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ και η συζήτηση με την ΕΕ ήταν το ζητούμενο, γι’ αυτό εξελίχθηκε τους τελευταίους μήνες το ζήτημα με τη σημερινή μορφή που έλαβε.

Συνεπώς για άλλη μία φορά η στρατηγική ανεπάρκεια με την οποία αντιμετωπίζονται τα εθνικά θέματα προκαλούν άγνοια για το πραγματικό εθνικό διακύβευμα, μπαίνουμε σε μία διαπραγμάτευση ανατολίτικου παζαριού που στο τέλος μας οδηγεί σε εθνικό έγκλημα.

Η κατάσταση αυτή θυμίζει τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου στο Κυπριακό. Το 1959 πολλοί πανηγύριζαν για την υπογραφή τους αλλά έπρεπε να περάσουν δεκαπέντε χρόνια για να καταλάβουν τι σήμαινε η παραχώρηση εγγυήσεων και επεμβατικών δικαιωμάτων στην Τουρκία.