Η ΑΘΗΡΟΣΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑ

Η αθηροσκληρωτική και οπισθοδρομική αντίληψη που διακατέχει την ακροδεξιά (και την οποία ακολουθά και η «συνιστώσα» της) φαίνεται σε όλο το μεγαλείο της με την επιμονή να γράφεται ο τίτλος της Ε.Κ.Ε. στην καθαρεύουσα ως «Ένωσις Κυπρίων Ελλάδος» αντί του «Ένωση Κυπρίων Ελλάδας».

Η πελλάρα έχει αποκτήσει και όρια γελοιότητας, με «νομικές» συμβουλές του τύπου: είναι «παράνομη» η μεταφορά στην δημοτική της ονομασίας, γιατί υπάρχει στο Καταστατικό (που σημειωτέο έχει να αλλάξει από το 1990).  Τι ανήκεστο βλάβη θα υποστεί το σωματείο από την δημοτική; Ή η άλλη σοφιστεία «η ονομασία είναι σαν την πατέντα» και μπορεί να μας την πάρουν (δηλαδή κάτι σαν την φέτα και το χαλούμι). Αλήθεια άραγε ποιοι ετοιμάζονται να μας «κλέψουν» το trademark;

Το ελληνικό κράτος έχει λύσει τέτοια ζητήματα με την καθιέρωση από τον Γεώργιο Ράλλη της «απλής καθομιλουμένης Δημοτικής χωρίς υπερβολές» ως επίσημης γλώσσα του κράτους, και συνεπακόλουθα επιτρέποντας την μεταφορά όλων των προγενέστερων κειμένων από την καθαρεύουσα στη Δημοτική (χωρίς διοικητικές πράξεις δηλ. την νόμους, επίσημα έγγραφα ή καταστατικά, κ.ά.).

Οι οπισθοδρομικές αυτές αντιλήψεις είναι φυσικά το δείγμα γραφής και αντιλήψεων της ακροδεξιάς, που σε άλλες εποχές οδήγησαν και σε νεκρούς με τις συγκρούσεις στις αρχές του 20ου αιώνα για το γλωσσικό θέμα (τα λεγόμενα ευαγγελικά). Σήμερα όμως;

Ονομασία κατοχυρωμένη που ελέγχεται από τα Επιμελητήρια (ΕΒΕΑ) έχουν μόνο οι εταιρείες. Αυτό δεν ισχύει για τα σωματεία. Δεν υπάρχει στα σωματεία Brand Name (™ ή ®). Η μεταφορά στη καθομιλουμένη είναι μια απλή διαδικασία που καθιερώθηκε με την εισαγωγή του Νόμου για την Δημοτική από τον Γεώργιο Ράλλη. Είχε τότε ειπωθεί στην εισηγητική ομιλία ότι εφεξής θα πρέπει να γίνεται η μεταφορά όλων των κειμένων «….. στην απλή καθομιλουμένη χωρίς ακρότητες γλώσσα». Επίσημα από το Κράτος θα χρησιμοποιείται η καθομιλουμένη δημοτική, και όλα τα έγγραφα προ της ψήφισης του Νόμου που ήταν στην Καθαρεύουσα (πχ Νομοθεσία), όταν χρησιμοποιούνται μεταφέρονται στη Δημοτική (βλέπε σχετικά Μπαμπινιώτης). Στα δικαστήρια όταν κατατίθενται έγγραφα που αναφέρονται σε νομοθεσία προ της καθιέρωσης της δημοτικής αν δεν μεταφέρονται  στην καθομιλουμένη δεν γίνονται αποδεκτά κάτι που προφανώς γνωρίζουν οι νομικοί. Υπενθυμίζω ότι ο αείμνηστος Γλ. Κληρίδης που χρησιμοποιούσε την δημοτική απεβλήθηκε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο την δεκαετία του 30. Εννέα δεκαετίες μετά κάποιοι είναι τόσο αναχρονιστικοί.

Το όλο θέμα είναι μια εμμονή και ιδεοληψία που παραπέμπει σε παρωχημένες εποχές.

Ακόμα ζητά να μη γίνεται σύγχυση μεταξύ της στρογγυλής σφραγίδας (που παραμένει και χρησιμοποιείται αναλλοίωτη) και του εμβλήματος / σήματος / λογότυπου. Το προηγούμενο Δ.Σ. – προ της τελευταίας διετίας – έφτιαξε και έτυχε της έγκρισης του Δ.Σ., ένα πολύχρωμο λογότυπο που χρησιμοποιήθηκε σε περιοδικά, banner, επιστολόχαρτα, site, κλπ

 

Παραθέτουμε παρακάτω σχετική ανάρτηση με το «γλωσσικό ζήτημα» από την Wikipedia:

«Ο Αδαμάντιος Κοραής, κύριος εκφραστής του εκδυτικισμού στην Ελλάδα, στο ζήτημα της διένεξης για το ποια θα είναι η εθνική γλώσσα του κράτους, ξεκινά μια τάση καθαρισμού της γλώσσας από ξένα στοιχεία και επινοεί και προτείνει την καθαρεύουσα, η οποία καθιερώνεται ως επίσημη γλώσσα του κράτους (1834). Η αρχική σύλληψή του για την κάθαρση μιας δημώδους γλώσσας αλλά και τη διατήρηση όλου του δυναμισμού της δε πραγματώνεται.

Η εισήγηση του Ψυχάρη για μια συστηματοποιημένη πρότυπη δημοτική δίνει και μια νέα διάσταση στο γλωσσικό ζήτημα, θέτοντάς το ως ανάγκη όχι μόνο για τη μελλοντική ευημερία του ελληνικού έθνους αλλά και την απελευθέρωση της υπόλοιπης Ελλάδας.

Έτσι, στο τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ου, το γλωσσικό ζήτημα διαμορφώνεται ως προς την πολιτιστική του διάσταση και παίρνει εκτός από κοινωνικές διαστάσεις και πολιτικές και οδηγεί σε αιματηρές συγκρούσεις. Η δημοσίευση μετάφρασης της Αγίας Γραφής (1901) σε ακραία δημοτική στην εφημερίδα Ακρόπολη από τον Αλέξανδρο Πάλλη, επιφέρει βίαιες διαμαρτυρίες από καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών με αιματηρά αποτελέσματα (τα επεισόδια που έγιναν γνωστά σαν "Ευαγγελικά".)

Η γλώσσα γίνεται όπλο για την άσκηση βίας και εξουσίας. Ειδικότερα κατά τη δικτατορία, οι καθαρευουσιανισμοί στόχευαν στην κοινωνική διάκριση και επομένως στη μετάδοση του μηνύματος ότι είναι ανώτεροι και πολιτικά. Η ασάφεια, κυρίως, που χαρακτήριζε το λόγο των πολιτικών τους, νομιμοποιούσε την κατοχή του βήματος και του λόγου.

Το Γλωσσικό Ζήτημα έλαβε τέλος τη δεκαετία του '70, μετά από σχεδόν έναν αιώνα διαμάχης. Το 1974 η κυβέρνηση Καραμανλή παρέλειψε τη γλωσσική διάταξη στο Σύνταγμα της μεταπολίτευσης. Το 1976 ο υπουργός Παιδείας Ράλλης εισηγείται - και η κυβέρνηση Καραμανλή αποφασίζει τη χρήση της δημοτικής σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, σε όλες τις λειτουργίες και τα έγγραφα του κράτους. Το γλωσσικό ζήτημα λύνεται τυπικά με την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας που ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία για 143 χρόνια. 

Δυστυχώς το θέμα επανήλθε στο Δ.Σ. της Ε.Κ.Ε. στις 17/04/2018 μετά την κυβίσθηση που έκαναν οι συνδυασμοί Συλλούρη και Μασσοστασή ... ως αντάλλαγμα προς την ακροδεξιά ΕΛΛΑΣ για την ανάδειξη του Μασσοστασή στην Προεδρία της Ε.Κ.Ε. και την νέα συμμαχία με κοινό παρονομαστή τον ΑΠΟΡΡΙΠΤΙΣΜΟ στο Κυπριακό. Η αλήθεια όμως είναι πιο βαθιά. Έχουμε μετατόπιση στις αναχρονιστικές και οπισθοδρομικές θέσεις της ακροδεξιάς με τρανό παράδειγμα το θέμα της γλώσσας και των εμβλημάτων της Ε.Κ.Ε. που ακολούθησε. Πρόκειται για μια εκ νέου οπισθοδρόμηση σε απαράδεκτες ακροδεξιές θέσεις, που είναι το τίμημα για αυτή τη «συνεργασία» και πληρωμή γραμματίων από τους Μασσοστασή (νέου Προέδρου) και του Συλλούρη (που αναιρεί εαυτόν αφού πριν 3 χρόνια άλλα έλεγε) προς την ακροδεξιά ΕΛΛΑΣ.